Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλαιοανθρωπολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλαιοανθρωπολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Αναδεικνύεται το σπήλαιο Φράγχθι στην Αργολίδα



Την ανάδειξη του σπηλαίου Φράγχθι στην Αργολίδα, ενός από τα σημαντικότερα του ελληνικού χώρου, αφού θεωρείται πιθανό ότι έχει κατοικηθεί από τον άνθρωπο του Νεάντερταλ κατά την Μουστιαία περίοδο (40.000 χρόνια από σήμερα) αλλά σίγουρα από τον Homo Sapiens (30.000 χρόνια από σήμερα) αποφάσισε το Υπουργείο Πολιτισμού & Τουρισμού προκειμένου να γίνει ευκολότερη η πρόσβαση των επισκεπτών και η ενημέρωσή τους.

Σύμφωνα με την πρόταση της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας & Σπηλαιολογίας Νότιας Ελλάδας που έχει στην ευθύνη της το σπήλαιο, θα αποκατασταθεί η παλαιά προβλήτα ώστε να διασφαλιστεί η θαλάσσια πρόσβαση, θα διαπλατυνθεί και θα διαμορφωθεί κατάλληλα το υπάρχον μονοπάτι, το οποίο αρχίζει από την παραλία και φθάνει ως το μνημείο ενώ ενημερωτικές πινακίδες θα πληροφορούν τον επισκέπτη για την ιστορία, τη σημασία του χώρου και τα ευρήματά του.

Στο εσωτερικό του σπηλαίου προβλέπεται η τοποθέτηση ενός χαμηλού διάδρομου περιήγησης από μέταλλο και ξύλο, ο οποίος θα περιτρέχει το χώρο για την ασφαλή επίσκεψη των επισκεπτών αλλά από τις ανασκαφικές τομές που είχαν γίνει θα διατηρηθούν ανοικτές μόνον οι δύο. Δεν θα γίνει όμως εγκατάσταση ηλεκτροφωτισμού αφού η κατακρήμνιση τμήματος της οροφής του σπηλαίου (περί το 3000 π.Χ.) έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο άνοιγμα από το οποίο διέρχεται το φυσικό φως. Στο σημείο αυτό μάλιστα οι αρχαιολόγοι θεωρούν ότι κρύπτονται σημαντικές πληροφορίες για την κατοίκηση του σπηλαίου πριν από την εποχή από την οποία διασώζονται τα έως τώρα ευρήματα.

Το κόστος αυτών των επεμβάσεων ανέρχεται στις € 200.000. Όπως λέει η προϊσταμένη της Εφορείας κυρία Νίνα Κυπαρίσση η αξιοποίηση του σπηλαίου Φράγχθι και του περιβάλλοντος χώρου θα επιτρέψει την επίσκεψή του από ευρεία γκάμα ανθρώπων ενώ λόγω του διττού χαρακτήρα του ως μνημείο φυσικής αλλά και πολιτιστικής κληρονομιάς θα μπορούσε να φιλοξενήσει εκπαιδευτικές δράσεις για παιδιά.

Το σπήλαιο βρίσκεται στον όρμο Κοιλάδα και έχει δύο θαλάμους, οι οποίοι ερευνήθηκαν από Aμερικανούς αρχαιολόγους την περίοδο 1967-1976 με επικεφαλής καθηγητή τον Τόμας Τζάκομπσεν (Thomas Jacobsen). Η πλέον σημαντική ανακάλυψη στο Φράγχθι είναι ο σκελετός ενός άνδρα ηλικίας 25 χρονών και ύψους 1,56, ο οποίος είχε δεχθεί ένα ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι και χρονολογείται στα 10.000–8.000 χρόνια πριν από σήμερα. Είχε τα πόδια λυγισμένα, τα χέρια στο στήθος στην στάση του εμβρύου και ήταν θαμμένος με το κεφάλι στο Νότο και τα πόδια στον Βορρά ενώ βρέθηκαν ακόμα οι σκελετοί δύο παιδιών με αντίστροφο προσανατολισμό.

Όταν οι πρώτοι κυνηγοί είχαν βρει καταφύγιο στη σπηλιά, η θάλασσα απείχε 6 ως 8 χιλιόμετρα ενώ σήμερα βρίσκεται σε απόσταση μόνον 50 μέτρων και η είσοδός της είναι 12,5 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Από την πρώτη αυτή περίοδο κατοίκησης βρέθηκαν υπολείμματα από ελάφια, βίσονες, αλεπούδες, άγριους γαϊδάρους, λαγούς αλλά και εργαλεία από πυριτόλιθο και σχιστόλιθο. Στην ακμή του έφθασε στην Μέση Νεολιθική (5000-4500π.Χ.) και την Ύστερη Νεολιθική και από αυτή την περίοδο βρέθηκε οψιανός, ένα πέτρωμα που υπάρχει μόνο στην Μήλο, 80 μίλια μακριά (ανακάλυψη που έφερε επανάσταση σχετικά με την αντίληψη για τις θαλάσσιες μεταφορές).

Κατά την εποχή αυτή στην τροφή των κατοίκων προστίθενται γιγάντια ψάρια, άγριες φακές που συλλέγονταν με δρεπάνι από πυριτόλιθο, θαλασσινά όστρακα ενώ προς το τέλος της περιόδου διαπιστώνεται και καλλιέργεια της γης καθώς και οικόσιτα ζώα. Στην ακμή του, το 4000π.Χ., το σπήλαιο έφτασε τους 150 κατοίκους και ο οικισμός εξαπλώθηκε και έξω από την είσοδο. Όλα τα ευρήματα, όπως ειδώλια, άφθονη κεραμεική, χάντρες, κοσμήματα και κατεργασμένα όστρακα βρίσκονται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου.

Πηγή: Το Βήμα

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Οι 10 σημαντικότερες Αρχαιολογικές Ανακαλύψεις του 2010 / Top 10 Archaeological Discoveries of 2010



Η χώρα μας είναι και φέτος στις δέκα κορυφαίες αρχαιολογικές ανακαλύψεις, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό ''Archaeology''. Συμπεριελήφθη η ανασκαφή στον Πλακιά της Κρήτης, η οποία διεξάγεται από τον Thomas Strasser, την Ελένη Παναγοπούλου και τον Curtis Runnels.

Εκατόν τριάντα χιλιάδες χρόνια πριν, ένα πλοιάριο ανοιχτής θαλάσσης διέσχιζε το Λιβυκό Πέλαγος (που τότε δεν το έλεγαν, φυσικά, Λιβυκό) με κατεύθυνση την Κρήτη - που, επίσης, δεν την έλεγαν Κρήτη. Επιβάτες του άνθρωποι, αλλά ίσως όχι Χόμο Σάπιενς (Homo sapiens).

Πιθανώς Χόμο Χαϊντελμπεργκένσις (Homo heidelbergensis), παρακλάδι του Χόμο Ερέκτους (Homo erectus). Αυτά είναι τα συμπεράσματα της ερευνητικής ομάδας από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Επιστημών και το Yπουργείο Πολιτισμού & Τουρισμού. Η ομάδα διενήργησε επιφανειακή έρευνα στη νότια πλευρά του νησιού, από τον Πλακιά ως τον Άγιο Παύλο, συμπεριλαμβανομένης και της Πρέβελης. Εντοπίστηκαν περίπου δύο χιλιάδες λίθινα αντικείμενα και ανάμεσά τους μικρά τσεκούρια, εργαλεία κοπής και ξέστρα, τα οποία χρονολογήθηκαν στην Κατώτερη Παλαιολιθική Εποχή. Η χρονολόγηση έγινε και με βάση τα γεωλογικά δεδομένα και σε πέντε από τις συνολικά 28 θέσεις έδωσε ως όριο το 130000 π.Χ. και πίσω.

Μέχρι τώρα η πρώτη βεβαιωμένη περίπτωση ναυσιπλοΐας με πλοίο ανοιχτής θαλάσσης ήταν πριν από 60.000 χρόνια ανάμεσα σε Ταϊλάνδη και Αυστραλία.

Οι υπόλοιπες ανακαλύψεις είναι:
  • Ο τάφος του Εκατόμνου, ηγεμόνα της Καρίας τον 4ο αιώνα π.Χ., στην Τουρκία.
  • Ο βασιλικός τάφος στο Ελ Τζοτζ της Γουατεμάλα από την Εποχή των Μάγιας.
  • Πυραμίδες ηλικίας τουλάχιστον 2.800 ετών στο Ζαέν του Περού. Η μνημειακή αρχιτεκτονική εξαπλωνόταν εκατέρωθεν των Άνδεων.
  • Το ναυάγιο του πλοίου ''Ερευνητής'' (HMS Investigator), που είχε βυθιστεί το 1853 στον Καναδά.
  • Η αποκωδικοποίηση του DNA του ανθρώπου του Νεάντερνταλ.
  • Παιδικές ταφές στην Καρχηδόνα της Τυνησίας. Πεντακόσιες σαράντα ταφές νεογέννητων, βρεφών, παιδιών, ακόμη και εμβρύων.
  • Σκελετικά κατάλοιπα που βρέθηκαν στην Αιθιοπία και επιτρέπουν να αναπαρασταθεί ο τρόπος που βάδιζε το ανθρωποειδές ''Lucy''.
  • Εκκλησία του 1608 στο Τζεϊμστάουν των Η.Π.Α. Πρόκειται για την αρχαιότερη προτεσταντική στη Βόρειο Αμερική.
  • Η ανακάλυψη νέας μη καταστροφικής μεθόδου ραδιοχρονολόγησης αρχαιολογικών ευρημάτων.
 
English version
Paleolithic Tools - Plakias-Crete, Greece


A research team led by Thomas Strasser of Providence College and Eleni Panagopoulou of the Greek Ministry of Culture announced the discovery of stone tools at two sites on the island of Crete that are between 130.000 and 700.000 years old.
 
The tools resemble those made by Homo heidelbergensis and Homo erectus, showing that one of these early human ancestors boated across at least 40 miles of open sea to reach the island, the earliest indirect evidence of seafaring.
 
"If hominins could move around the Mediterranean before 130.000 years ago, they could cross other bodies of water as well", says team member Curtis Runnels of Boston University, who helped analyze the tools. "When similar finds on other islands are confirmed, the door will be opened to the re-evaluation of every assumption we have made about early hominin migrations".


The Tomb of Hecatomnus - Milas, Turkey


Turkish authorities have arrested looters who are suspected of tunneling their way into one of antiquity's most intriguing tombs. The looters reached the underground chamber, which lies below a temple to Zeus near the town of Milas, by digging in from a nearby house and an adjacent barn.

Scholars believe the tomb belonged to Hecatomnus, the 4th century B.C. ruler of Caria, a kingdom in what is now southwestern Turkey. Hecatomnus was the father of Mausolus, who was buried in the Mausoleum of Halicarnassus, one of the seven wonders of the ancient world.

The tomb's walls are decorated in colored frescos that are in need of immediate conservation. The chamber held an elaborately carved marble sarcophagus with a relief of a bearded, reclining man, believed to depict Hecatomnus. According to journalist Özgen Acar, who has followed the illicit antiquities trade in Turkey for decades, the looters first entered the tomb in the spring of 2008 and were looking for a buyer for the sarcophagus this summer when the authorities moved in.


Royal Tomb - El Zotz, Guatemala


A deep looters' trench led archaeologists to a series of amazing, macabre finds beneath the El Diablo pyramid at the modest Maya city of El Zotz.

They discovered, just 10 feet beyond where the looters had stopped digging, increasingly bizarre caches, including bowls containing severed fingers, teeth, and a partially cremated infant. "There was mounting evidence of weirdness there", says Stephen Houston of Brown University, who co-led the excavation with Edwin Roman of the Universities of Texas and San Carlos of Guatemala.

The offerings were adjacent to an Early Classic Maya tomb containing the remains of a king dressed as a ritual dancer, complete with a belt adorned with shell "bells" and mammal teeth. "This guy would have made quite a racket", says Houston. He was buried with the skeletons of four infants, the skulls of two older children, textiles, carvings, and an array of ceramics, including a tamale bowl depicting a peccary.

Based on the position, wealth, and date of the tomb (350A.D.), researchers believe the king may have been the founder of a dynasty. The tomb is located in a palatial complex high above the central part of the ancient city, next to a spectacular stuccoed pyramid that would have been visible for miles around. "We're looking at the way in which the Maya create dynasties. You do it with a loud crash of cymbals", says Houston. 


Early Pyramids - Jaen, Peru



Peru's towering burial mounds, with their underground chambers and layers upon layers of history, had long been thought to be a distinctive feature of the country's arid coast. But the discovery of two ancient pyramid complexes near the town of Jaen, on the western edge of the Amazon lowlands, shows that monumental architecture had spread across the Andes and well into the jungle thousands of years before the Spaniards arrived.

The largest mound, over an acre at its base, was overgrown with vegetation and used by modern townspeople as a dump and latrine before Peruvian archaeologist Quirino Olivera, of the Friends of the Museum of Sipán, began excavating there. He soon found evidence of construction on a massive scale, walls up to three feet thick, ramps, and signs of successive building phases stretching back at least 2.800 years.

"People had assumed monumental architecture never reached the jungle. This discovery shows it did. To build these structures, people must have had knowledge of engineering and design, and a large, stable work force. Until now, it was assumed they lived in huts made of tree trunks and leaves", says Olivera.

At the same pyramid he found the tomb of a high-status man who, at his burial around 800B.C., was decked out with the shells of some 180 land snails. A layer of snails covered the man's torso, and more shells adorned his head and limbs. The man was probably a healer or priest of some kind, says Olivera. He found marine mollusk shells in another tomb nearby, testament to the busy trade ties from the coast over the Andes to the jungle. The finds suggest that, along with sophisticated architecture, complex worship had spread far from the coast centuries before once believed.


HMS ''Investigator'' - Banks Island, Canada


They found the old British ship exactly where it was supposed to be. It hadn't drifted out to sea, been salvaged by American whalers, or broken up by waves, as various theories had suggested.

HMS ''Investigator'', the first ship to sail the westernmost leg of the Northwest Passage, was found last July in Canada's Mercy Bay under 30 feet of water, but otherwise right where its crew left it in 1853.

The crew, abandoning the ship when it became trapped in pack ice, spent three winters in the area before being rescued and returning to Britain, which made them the first people to travel the passage (by ship, foot, and sled) from end to end. Given the remote location outside Canada's Aulavik National Park, the ease of the discovery was quite unexpected.

"We came prepared to search for 16 hours a day for two straight weeks.  We actually found the ship in just under three minutes, says Ryan Harris, an underwater archaeologist with Parks Canada who led the team.

Harris used side-scan sonar towed from a 19-foot inflatable boat to locate the well-preserved wreck. At the same time, two more archaeologists documented the remains of the crew's caches (believed to have influenced the material culture of the local Inuvialuit people) and located the graves of three unlucky seamen who died of scurvy before rescuers arrived.

The crew of HMS ''Investigator'' never found the two lost British ships, ''Erebus'' and ''Terror'', they were sent to find. Harris plans to return to Mercy Bay with dive gear in summer 2011 to take a closer look at Investigator. And to keep an eye out for whatever else might be in those Arctic waters.


Decoding the Neanderthal Genome - Leipzig, Germany



This past year will always be remembered as the year we found out that the Neanderthals survived and they are us. Following years of tantalizing announcements from the Max Planck Institute of Evolutionary Anthropology in Leipzig, a research group led by genetic anthropologist Svante Pääbo completed a first-draft DNA sequence of a Neanderthal.

Although this sequence includes only 60 percent of the Neanderthal genome, it does provide some interesting insights into the biology of this distinctive human species. The sequence showed that variations in just one gene might account for the differences in the shape of the skull, rib cage, and shoulder joint between Neanderthals and modern humans.

A major insight came when researchers compared the Neanderthal DNA to the DNA of three modern people (one French, one Han Chinese, and one Polynesian). The team found that all three had inherited between 1 and 4 percent of their DNA from Neanderthals.

They also compared the Neanderthal sequence to two African individuals (one Yoruba and one San) and found no indication that they had inherited genes from Neanderthals, who are known to have evolved outside Africa.

The research supports the idea that Neanderthals interbred with Homo sapiens between 100.000 and 80.000 years ago as our anatomically modern ancestors left Africa and spread across the globe.


Child Burials - Carthage, Tunisia



A team led by University of Pittsburgh physical anthropologist Jeffrey Schwartz has refuted the long-held claim that the Carthaginians carried out large-scale child sacrifice from the 8th to 2nd centuries B.C. The researchers announced their results this year after spending decades examining the cremated remains of 540 children from 348 burial urns excavated in the Tophet, a cemetery outside Carthage’s main burial ground.

Schwartz determined that about half the children were prenatal or would not have survived more than a few days beyond birth, and the rest died between one month and several years after birth. Only a very few children were between five and six years old, the age at which they begin to be buried in the main cemetery.

The mortality rates represented in the cemetery are consistent with prenatal and infant mortality figures found in present-day societies. ''There is a credible medically and biologically consistent explanation of the Tophet burials that offers an alternative to sacrifice. While it is possible that the Carthaginians may have occasionally sacrificed humans, as did their contemporaries, the extreme youth of the Tophet burials suggests [the cemetery] was not only for the sacrificed, but also for the unborn and very young, however they died. And since at least 20 percent of them weren’t even born when they were buried, they clearly weren’t sacrificed'', says Schwartz.

Schwartz also has another type of evidence to support his claim that the Tophet children died of natural causes. ''In many societies newborns and very young children are not treated as individuals as older children and adults are'', he says, suggesting that they wouldn’t be considered appropriate for sacrifice.

A clue that the Carthaginians didn’t view these children as distinct entities comes from Schwartz’s analysis, which shows that in many urns, there are remains of several different individuals. ''There can be four or five of the same right or left cranial bone in the same urn, but there would not be enough other bones to reconstruct the same number of individuals. The remains of multiple children were gathered up, perhaps even from different cremations, and sometimes mixed in with charcoal from the small branches of olive trees used for the funeral pyre'', says Schwartz.


''Kadanuumuu'' - Woranso-Mille, Ethiopia


For the last 35 years, the short-legged ''Lucy'' skeleton has led some scientists to argue that Australopithecus afarensis didn’t stand fully upright or walk like modern humans, and instead got around by ''knuckle-walking'' like apes.

Now, the discovery of a 3.6-million-year-old beanpole on the Ethiopian plains, christened ''Kadanuumuu'' or ''Big Man'' in the Afar language, puts that tired debate to rest. The new fossil demonstrates these early human ancestors were fully bipedal.

Many dozens of A.afarensis fossils have been uncovered since Lucy was discovered in 1974, but none as complete as this one. Kadanuumuu’s forearm was first extracted from a hunk of mudstone in February 2005, and subsequent expeditions uncovered an entire knee, part of a pelvis, and well preserved sections of the thorax.

''We have the clavicle, a first rib, a scapula, and the humerus'', says physical anthropologist Bruce Latimer of Case Western Reserve University in Cleveland, Ohio, one of the co-leaders on the dig. ''That enables us to say something about how [Kadanuumuu] was using its arm, and it was clearly not using it the way an ape uses it. It finally takes knuckle-walking off the table''. At five and a half feet tall, Kadanuumuu would also have towered two feet over Lucy, lending support to the view that there was a high degree of sexual dimorphism in the species.


1608 Church - Jamestown-Virginia, U.S.A.



Archaeologists searching for a men’s barracks at Jamestown, Virginia, site of the first permanent English colony in the New World, have found instead the remains of the earliest Protestant church in North America.
 
Led by Bill Kelso, Historic Jamestowne’s director of archaeology, the team exposed five deep postholes spaced 12 feet apart. Records indicate the wooden church, built in 1608, was 60 feet long. ''It didn’t take a mathematical genius to figure out that we had found it'', says Kelso.
 
The most prominent building at Jamestown, ''the church would have been a statement about how important the colonists considered religion'', says Kelso. Several notable events in the colony’s early history took place there, including Pocahontas’s 1614 marriage to tobacco farmer John Rolfe.
 
Kelso also found that at least six high-status colonists were buried in the church’s chancel, an area near the altar where important rites would have been performed. ''Now we can actually point to the spot where Pocahontas got married. How often does something like that happen in archaeology?'', says Kelso.


Nondestructive Radiocarbon Dating - College Station-Texas, U.S.A.


Precisely dating archaeological artifacts is not as easy or harmless as it might seem. The most common method, radiocarbon dating, requires that a piece of an organic object be destroyed, washed with a strong acid and base at high temperature to remove impurities, and then set aflame. The resulting release of carbon dioxide is fed to an accelerator mass spectrometer, which measures the decay of radioactive carbon 14, the more the carbon 14 has decayed, the older the object is.

Over the past 20 years, chemist Marvin Rowe of Texas A&M University has developed a nondestructive method for carbon dioxide extraction. In his process, an object is placed in a vacuum chamber and a supercritical fluid—a hybrid gas/liquid—is applied as a solvent (as in dry cleaning). Next, Rowe passes plasma, an ''electrically excited ionized gas'', over the artifact, which selectively strips carbon from the sample. ''It’s essentially like slowly burning the sample, so we can just oxidize a little off the surface and collect that carbon dioxide'', explains Rowe. This year he further refined the method so it will work on objects coated in sticky hydrocarbons, such as the resins that cover Egyptian mummy gauze.

Thus far, he’s dated samples of wood, charcoal, animal skin, bone from a mummy, and ostrich eggshell. ''Everything so far that we’ve tried to do with the nondestructive technique has agreed statistically with regular radiocarbon dating, and you basically don’t see any change in the sample'', Rowe says.

R. E. Taylor, a radiocarbon expert at the University of California, Riverside, says Rowe’s technique may have limitations, as items older than 10.000 years will have impurities that the technique may not be able to purge. Archaeologists, meanwhile, are hailing the discovery as one of the most important in decades, particularly for issues surrounding the repatriation of human remains from Native American burials, which modern tribes don’t want to see harmed.

Rowe’s refinement of carbon dioxide extraction dovetails with an update to the radiocarbon calibration curve, which increases the accuracy of radiocarbon dating by accounting for past fluctuations in carbon 14. According to researchers at Queen’s University of Belfast, the new curve doubles the accuracy of dating as well as the age of artifacts on which it can be used, from 25.000 to 50.000 years.

Οι 10 σημαντικότερες Αρχαιολογικές Ανακαλύψεις του 2009
/
Top 10 Archaeological Discoveries of 2009

Πηγές / Sources: Ethnos, Archaeology

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Ντενίσοβαν: Νέο είδος ανθρώπου ανακαλύφθηκε στη Σιβηρία / Denisovans: A New Type of Ancient Human found in Siberia


Αυτό το ενήλικο δόντι αποτελεί ένα από τα δύο γνωστά φυσικά κατάλοιπα των Ντενίσοβαν
/
This adult tooth is one of only two known physical remains of the Denisovan humans
Photo by David Reich, ''Nature''

Ένα νέο είδος ανθρώπου που ζούσε πριν από 30.000 χρόνια, παράλληλα με τους προγόνους μας ανακαλύφθηκε από επιστήμονες στη Σιβηρία.

Τα ευρήματα δηλώνουν ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν εν ζωή τουλάχιστον τρία μέλη της οικογένειας των ανθρώπων. Οι σπηλαιάνθρωποι, που ονομάστηκαν Ντενίσοβαν (Denisovan), αναγνωρίστηκαν από το DNA που βρέθηκε σε ένα δόντι και ένα κόκαλο δαχτύλου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, αυτό το είδος ανθρώπου φαίνεται από είναι το τρίτο γνωστό, μετά τους Νεάντερνταλ (Homo Neanderthalensis) και τον σύγχρονο άνθρωπο (Homo Sapiens Neanderthalensis) και περπάτησε στη Γη κατά τη διάρκεια της τελευταίας εποχής των Παγετώνων, όταν οι σύγχρονοι άνθρωποι ανέπτυσσαν εκλεπτυσμένα πέτρινα εργαλεία, κοσμήματα και τεχνουργήματα.

Το γενετικό υλικό που βρέθηκε ανήκει σε ένα νεαρό κορίτσι ενός εντελώς νέου ανθρώπινου είδους, και έχει ονομαστεί γυναίκα-Χ. Το κορίτσι, που πρέπει να ήταν μεταξύ πέντε και επτά ετών όταν πέθανε, βρέθηκε σε σπηλιά στα βουνά Αλτάι.

Παρόλα αυτά οι μελετητές έχουν βρει ότι DNA των Ντενίσοβαν υπάρχει στους σύγχρονους της Μελανησίας, δηλαδή του νησιωτικού συμπλέγματος που βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Αυστραλίας και περιλαμβάνει τη Νέα Γουινέα. Αυτό υποδηλώνει ότι οι Ντενίσοβαν αναμείχθηκαν με τους προγόνους των Μελανησίων και ότι ενδέχεται να εξαπλωμένοι στην Ασία.


English version
A previously unknown kind of human, the Denisovans, likely roamed Asia for thousands of years, probably interbreeding occasionally with humans like you and me, according to a new genetic study.

In fact, living Pacific islanders in Papua New Guinea may be distant descendants of these prehistoric pairings, according to new analysis of DNA from a girl's 40,000-year-old pinkie bone, found in Siberian Russia's Denisova cave.

This "new twist" in human evolution adds substantial new evidence that different types of humans—so-called modern humans and Neanderthals, modern humans and Denisovans, and perhaps even Denisovans and Neanderthals—mated and bore offspring, experts say.

"We don't think the Denisovans went to Papua New Guinea", located at the northwestern edge of the Pacific region called Melanesia, explained study co-author Bence Viola, an anthropologist at the Max Planck Institute for Evolutionary Anthropology in Leipzig, Germany.

"We think the Denisovan population inhabited most of eastern Eurasia in the same way that Neanderthals inhabited most of western Eurasia. Our idea is that the ancestors of Melanesians met the Denisovans in Southeast Asia and interbred, and the ancestors of Melanesians then moved on to Papua New Guinea", Viola said.

Fossil Finger Points to New Human Type
The centerpiece of the DNA study is a Denisovan fossil finger bone discovered in 2008. The fossil is thought to be from a young girl—dubbed X-woman—who was between 5 and 7 years old when she died.

For a previous ''Nature'' study, released in March 2010, the team had collected and sequenced mitochondrial DNA, or mtDNA, from X-woman's finger. But mtDNA—inherited only from mothers—contains far less information about a person's genetic makeup than DNA found in the nucleus of a cell, or nuclear DNA.

In the new study the team reports successfully extracting and sequencing nuclear DNA from the bone. Then, using DNA-comparison techniques, the scientists were able to determine that Denisovans were distinct from both modern humans and Neanderthals, yet closely related to the latter. The team estimates Denisovans split from the parent group of Neanderthals about 350,000 years ago.

New Humans Had Huge Teeth
Along with the finger bone, archaeologists from the Russian Academy of Sciences, who excavated the site, discovered a single tooth that belonged to a Denisovan adult.

The tooth, a molar, is bigger than any modern human tooth and is even bigger than the biggest Neanderthal tooth. This could suggest Denisovans were "comparable in size to Neanderthals, maybe a little bit bigger", said George Washington University's Richmond.
 
Richmond cautioned, however, that tooth size isn't always a good indicator of body size. A hominin "can have big teeth and not be a giant", he said.

Denisovans a New Human Species?
The team has been careful not to call Denisovans a new species, opting instead to label them as a Neanderthal "sister group".

If modern humans and Denisovan humans were separate species, their hybrid children probably wouldn't have been able to reproduce. But the hybrids apparently were able to have babies, otherwise the Denisovan DNA couldn't have been passed down to today's Papua New Guineans. Therefore, study co-author Viola reasoned, Denisovans and modern humans probably weren't separate species.

Given the mounting evidence that modern humans interbred with Neanderthals and now Denisovans, some evolutionary biologists have even suggested dropping the species designation for Neanderthals and modern humans.

As scientists "produce evidence that Denisovans interbred with modern humans (as did Neanderthals) then the implication is that modern humans, Denisovans and Neanderthals are all subspecies of Homo sapiens", he said.

It's indisputable, though, that each of these groups was genetically distinct, said George Washington University's Richmond. "Whether you call them subspecies or species, it is clear that modern humans, Neanderthals, and now Denisovans were separated for hundreds of thousands of years, and only later did some of them meet and interbreed".

Πηγές / Sources: To Vima, National Geographic

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Το αρχαιότερο τεχνικό έργο στην Ελλάδα, στο Σπήλαιο της Θεόπετρας στην Καλαμπάκα


Το αρχαιότερο τεχνικό έργο στην Ελλάδα, πιθανόν μάλιστα και του κόσμου, βρίσκεται στο σπήλαιο της Θεόπετρας στην Καλαμπάκα και μετρά 23.000 έτη.

Πρόκειται για ένα πέτρινο τείχος που είχε κατασκευαστεί στην είσοδο του σπηλαίου περιορίζοντας έτσι το άνοιγμά της κατά τα 2/3. Η κατασκευή αυτή, λιθοσωρός για την ακρίβεια, μελετήθηκε και χρονολογήθηκε με τη μέθοδο της οπτικής φωταύγειας στο εργαστήριο αρχαιομετρίας του Κέντρου ''Δημόκριτος'', από όπου χθες παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα. Η ηλικία μάλιστα συμπίπτει απόλυτα με την ψυχρότερη περίοδο της τελευταίας παγετώδους εποχής υποδηλώνοντας ότι οι παλαιολιθικοί οικιστές του σπηλαίου είχαν κατασκευάσει αυτό το τείχος στην είσοδό του προκειμένου να προστατευθούν από το δριμύ ψύχος της εποχής.

Υπολείμματα φωτιάς, εργαλεία από πυριτόλιθο και χαλαζία, πρώιμα κοσμήματα από δόντια ελαφιού, λίθινα εργαλεία και κεραμική έχουν έρθει στο φως στο προϊστορικό σπήλαιο της Θεόπετρας κατά τις ανασκαφές που διεξάγει εδώ και 25 χρόνια η δρ.Νίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα, έφορος Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος του ΥΠ.ΠΟ. Οι ανθρώπινοι σκελετοί που έχουν βρεθεί είναι ελάχιστοι. Αντιθέτως, πολλά είναι τα οστά ζώων από όλες τις περιόδους χρήσης του σπηλαίου.

Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελούν και τα ευρήματα της μεσολιθικής εποχής, που σχετίζονται με την κεραμική και την καλλιέργεια. Είναι καρποί (κριθάρι, σιτάρι, φακή) τόσο σε άγρια (παλαιολιθική εποχή) όσο και σε καλλιεργημένη μορφή, αποδεικνύοντας ότι οι άνθρωποι εκείνοι είχαν ανακαλύψει μόνοι τους την καλλιέργεια, η οποία ήρθε ως αποτέλεσμα προσπαθειών χιλιετιών και ίσως όχι από τη μετάδοση εμπειριών λόγω των μετακινήσεων πληθυσμών από τη Μέση Ανατολή.


Το σπήλαιο της Θεόπετρας αποτελείται από μία κύρια αίθουσα 24x30 μέτρων με μικρές κόγχες στην περιφέρεια, ενώ η είσοδός του είναι αψιδωτή. Ο σχηματισμός του τοποθετείται στην ανώτερη κρητιδική περίοδο, δηλαδή 137 ως 65 εκατομμύρια χρόνια πίσω. Ουδείς γνώριζε πάντως τη σημασία του ως τη στιγμή που άρχισε η ανασκαφή, οπότε και σταμάτησε να χρησιμοποιείται για τον σταβλισμό ζώων.
''Είναι η μόνη προϊστορική θέση του ελληνικού χώρου με ακολουθία επιχώσεων από την ανώτερη και μέση παλαιολιθική εποχή, τη μεσολιθική και τη νεολιθική, γεγονός που αποδεικνύει τη συνέχεια του πολιτισμού στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν από τη νεολιθική εποχή'', λέει η ανασκαφέας, τονίζοντας τη σημασία του σπηλαίου για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Σήμερα εξάλλου το σπήλαιο είναι επισκέψιμο για το κοινό.

Η χρονολόγηση πραγματοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα του κ.Ν.Ζαχαριά, επίκουρου καθηγητή του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, και του δρ.Ι.Μπασιάκου, διευθυντή Ερευνών του Ε.ΚΕ.Φ.Ε. ''Δημόκριτος''.

Αναζητώντας τον ''Έλληνα'' Νεάντερταλ
Ανθρώπινα αποτυπώματα, πιθανότατα τεσσάρων παιδιών, το ένα γυμνό και τα άλλα καλυμμένα, έχουν αποκαλυφθεί στα βαθύτερα στρώματα του σπηλαίου, όπου τα κατάλοιπα φωτιάς χρονολογήθηκαν με τη μέθοδο του Άνθρακα 14 περίπου στο 45000 π.Χ. Τα αποτυπώματα είναι στη σειρά, το ένα πίσω από το άλλο, και η μελέτη τους μπορεί να οδηγήσει στην αναζήτηση της ύπαρξης του προγενέστερου ανθρώπινου τύπου, και συγκεκριμένα του Homo Sapiens Νeanderthalensis.

Να σημειωθεί ότι η παρουσία αυτού του ανθρώπου στην Ευρώπη τοποθετείται πριν από 40.000 χρόνια, χρονολογία που ταιριάζει με τις ηλικίες της Θεόπετρας. Ειναι η εποχή πάντως κατά κατά την οποία έγινε η μετάβαση στον σύγχρονο τύπο ανθρώπου, τον Homo Sapiens Sapiens.

Σε περίπτωση λοιπόν που αποκαλυφθεί στη Θεόπετρα ένας ανθρώπινος σκελετός που να αντιστοιχεί σε αυτές τις ηλικίες, τότε μπορεί να επιβεβαιωθεί αν εκείνη την εποχή υπήρχε ή όχι ο άνθρωπος Neanderthal και στον ελλαδικό χώρο.

Πηγή: Το Βήμα

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Ανθρωποειδή 1 εκατομμυρίου ετών / Million-Year History "Hobbits"

Ήταν ξεκάθαρο έως τώρα για τους επιστήμονες ότι στο νησί Φλόρες (Flores) της Ινδονησίας ζούσαν μικροσκοπικά ανθρωποειδή όντα, ενώ παράλληλα το είχαν εποικήσει και άλλα ανθρωπόμορφα πλάσματα.

Αυτό που ανακάλυψαν τώρα, αφού μελέτησαν νέα λίθινα εργαλεία που ανακαλύφθηκαν κάτω από στρώματα ηφαιστειακής τέφρας, είναι ότι η παρουσία των φυλών του Φλόρες χρονολογείται τουλάχιστον πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια, δηλαδή 120.000 χρόνια νωρίτερα απ’ ό,τι υποστήριζαν έως τώρα.

Σύμφωνα με την ομάδα επιστημόνων, τα νέα ευρήματα γεννούν μια νέα διάσταση στην κατανόηση της ιστορίας του Φλόρες.

Ο αρχαιολόγος Άνταμ Μπραμ (Adam Brumm) είπε στο BBC ότι η τοποθεσία και οι συνθήκες συντήρησης των εργαλείων δηλώνουν ότι η κατοχή του νησιού από ανθρώπους είναι πιθανό να εκτείνεται στο παρελθόν. ''Αυτό που είναι στ’ αλήθεια συναρπαστικό είναι ότι δεν έχουμε ιδέα πόσο καιρό βρίσκονταν τα ανθρωποειδή στο Φλόρες''.

Κρανία και οστά των ανθρωποειδών Χόμο Φλορεσιένσις (Homo Floresiensis), που παρομοιάζουν με χόμπιτ, εντοπίστηκαν πριν από πέντε χρόνια. Η ανακάλυψη των μικροσκοπικών λειψάνων προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, γιατί φανέρωνε ότι ένα διαφορετικό είδος ανθρώπου συνυπήρχε παράλληλα με το είδος μας πριν από μόλις 18.000 χρόνια.

Κάποιοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι αυτό το πλάσμα προήλθε από τον μεγαλύτερο σε μέγεθος Χόμο Ερέκτους (Homo Erectus), αλλά απομονώθηκε και έτσι με τον καιρό συρρικνώθηκε.

Πρωτόγονα
Κάποιοι άλλοι, όμως, διαφωνούν υποστηρίζοντας ότι το σχήμα των άκρων τους είναι πιο πρωτόγονο από αυτά του Ερέκτους.

Πάντως, οι επιστήμονες δεν μπορούν να αποφανθούν με βεβαιότητα για το ποιος χρησιμοποιούσε τα νέα εργαλεία που εντοπίστηκαν, περισσότερα από 40 εγχειρίδια που πιθανότητα χρησιμοποιούνταν, ανάμεσα σε άλλα, στο κόψιμο του κρέατος.

Το μόνο συμπέρασμα που προς το παρόν καταλήγουν είναι ότι οι άνθρωποι ζούσαν παράλληλα με τα ζώα για τουλάχιστον 120.000 χρόνια.

Θεωρία
Αν αποδειχτεί ότι ο Χόμο Φλορεσιένσις προήλθε από αρχαϊκά πλάσματα που άφησαν την Αφρική και μετανάστευσαν στην Ασία πριν από τον Χόμο Ερέκτους, τότε ''τα ευρήματα θα ανοίξουν την πόρτα προς αυτήν την επίμαχη θεωρία''.


English version
Newfound stone tools suggest the evolutionary history of the "hobbits" on the Indonesian island of Flores stretches back a million years, a new study says—200,000 years longer than previously thought.

The hobbit mystery was sparked by the 2004 discovery of bones on Flores that belonged to a three-foot-tall (one-meter-tall), 55-pound (25-kilogram) female with a grapefruit-size brain. The tiny, hobbit-like creature, controversially dubbed a new human species, Homo floresiensis, persisted on the remote island until about 18,000 years ago, even as "modern" humans spread around the world, experts say.

Found in million-year-old volcanic sediments, the newly discovered tools are "simple sharp-edged flakes" like those found at nearby sites on Flores, sites dated to later time periods but also associated with hobbits and their ancestors, said study co-leader Adam Brumm, an archaeologist at the University of Wollongong in Australia, via e-mail.

The finding implies that a culture of stone tool wielding ancient humans, with origins in Africa, survived on the island for much longer than previously believed, according to the new research, published online today by the journal Nature. "That's exciting", because it suggests that by a million years ago, early humans had covered more ground on their exodus from Africa than previously thought, said paleontologist Chris Stringer of the Natural History Museum of London, who wasn't involved in the new study.

Hobbit Ancestors off the Hook?
The stone-and-bone record had suggested that the hobbits' ancestors, perhaps upright-walking-but-small-brained Homo erectus, left Africa about 1.5 million years ago and reached Flores by 880,000 years ago.
Once there, it's been thought, the hobbit ancestors quickly hunted a pygmy elephant species and a giant tortoise species to extinction.

The date of the newly discovered stone tools, though, suggests elephant and tortoise died off a hundred thousand years after Flores's colonization, indicating that the early Flores colonizers' role in the extinction "must have been minimal", study co-leader Brumm said.
What's more, these early colonizers could have been more primitive than H. erectus, "that is our working hypothesis", he added.

When the bones of the hobbit were first reported in 2004, the discovery team suggested they belonged to a unique species, Homo floresiensis, that had descended from Homo erectus.
Since then, scientists studying the hobbit bones have found features in the wrist, feet, skull, jaw, brain and shoulders that suggest the little creature descended from something more primitive.
"I think that's looking increasingly likely from its anatomy", said the Natural History Museum's Stringer.

Hobbit Findings Questioned
Not everyone is ready to accept the new date. "I have no problem with hominins", human ancestors, "being on Flores at 1.2 million years ago,"anthropologist James Phillips said. "After all, they were on Java by around 750,000 [years ago]".

But the fact that the implements were found in million-year-old volcanic sediments doesn't guarantee the artifacts are a million years old, said Phillips, an emeritus professor with the University of Illinois at Chicago, said via email. "There are many ways" - such as water-driven processes - "in which artifacts can move through sediments", Phillips said.

He's also dismayed that the new study assumes that stone-tool technology changed little on Flores for more than a million years. "Everywhere else on Earth, change was slow but always—and I emphasize always—occurred".

Controversy is nothing new in hobbit science, with many experts still at odds over whether Homo floresiensis is a separate species at all.


Πηγές / Sources: Ethnos, National Geographic
Photos: Nature

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Πρόγονοι των σημερινών Σκύλων οι γκρίζοι Λύκοι της Μέσης Ανατολής / Origins of Dogs in Middle East Wolves

© 2010 epirotica

Ανατρέποντας την επικρατέστερη θεωρία ότι ο σκύλος προήλθε από την Ασία ή την Ευρώπη, μεγάλη γενετική μελέτη Αμερικανών επιστημόνων αποκαλύπτει ότι όλες οι σημερινές ράτσες των συμπαθέστατων τετραπόδων κατάγονται από τους γκρίζους λύκους της Μέσης Ανατολής, εκεί όπου πιθανώς εξημερώθηκε και η γάτα.

Οι περισσότερες ράτσες σκύλων δεν εμφανίζουν πολλές ομοιότητες με τους άγριους λύκους, στην πραγματικότητα όμως ανήκουν ακόμα και σήμερα στο ίδιο είδος, με την επιστημονική ονομασία Canis Lupus.

H νέα μελέτη, που δημοσιεύεται στο περιοδικό ''Nature'', βασίστηκε σε γενετικές συγκρίσεις ανάμεσα σε 900 σκύλους από 85 καθαρόαιμες ράτσες και 200 άγριους λύκους από όλο τον κόσμο (θεωρείται πιο αξιόπιστη καθώς εξέτασε 48 χιλιάδες δείκτες σε ολόκληρο το γονιδίωμα των σκύλων και των λύκων).

''Τα σκυλιά φαίνεται να μοιράζονται περισσότερη γενετική ομοιότητα με τους γκρίζους λύκους της Μέσης Ανατολής απ’ ό,τι με οποιονδήποτε άλλον πληθυσμό λύκων στον κόσμο'', επισημαίνει ο επικεφαλής της έρευνας, Ρόμπερτ Ουέιν (Robert K. Wayne), καθηγητής Εξελικτικής Βιολογίας του Πανεπιστημίου του Λος Άντζελες, Καλιφόρνια (U.C.L.Α.).

Τα ευρήματα
Οι νέες γενετικές ενδείξεις έρχονται σε συμφωνία με αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής που χρονολογούνται γύρω στα 13 χιλιάδες χρόνια, λίγο νωρίτερα από την εφεύρεση της γεωργίας. Οι πρώτοι άνθρωποι που εξημέρωσαν τον λύκο ήταν πιθανώς κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες τους οποίους ακολουθούσαν αγέλες λύκων σε αναζήτηση τροφής.

Η εξημέρωση της γάτας πιθανώς στην ίδια περιοχή, ακολούθησε όταν οι άνθρωποι της Εύφορης Ημισελήνου έμαθαν να καλλιεργούν τη Γη και χρειάζονταν το αιλουροειδές για να προστατεύσουν τις σοδειές από τα τρωκτικά.


English version
This finding puts the first known domestication, that of dogs, in the same place as the domestication of plants and other animals, and strengthens the link between the first animal to enter human society and the subsequent invention of agriculture about 10,000 years ago.

A Middle Eastern origin for the dog also fits in better with the archaeological evidence, and has enabled geneticists to reconstruct the entire history of the dog, from the first association between wolves and hunter gatherers some 20,000 years ago to the creation by Victorian dog fanciers of many of today’s breeds.

A research team led by Bridgett M. von Holdt and Robert K. Wayne of the University of California, Los Angeles, has analyzed a large collection of wolf and dog genomes from around the world. Scanning for similar runs of DNA, the researchers found that the Middle East was where wolf and dog genomes were most similar, although there was another area of overlap between East Asian wolves and dogs. Wolves were probably first domesticated in the Middle East, but after dogs had spread to East Asia there was a crossbreeding that injected more wolf genes into the dog genome, the researchers conclude in Thursday’s issue of the journal Nature.

The archaeological evidence supports this idea, since some of the earliest dog remains have been found in the Middle East, dating from 12,000 years ago. The only earlier doglike remains occur in Belgium, at a site 31,000 years old, and in western Russia from 15,000 years ago.

Humans lived as roaming hunters and gatherers for most of their existence. Dr.Wayne believes that wolves began following hunter-gatherer bands to feed on the wounded prey, carcasses or other refuse. At some stage a group of wolves, who happened to be smaller and less threatening than most, developed a dependency on human groups, and may in return have provided a warning system.

Πηγές / Sources: Ethnos, The New York Times

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Έκθεση με θέμα ''Ο Προϊστορικός Κόσμος του Πηνειού'' στη Λάρισα




Οι Θεσσαλοί «γνωρίζουν» τις εποχές του χρόνου από το ύψος του Πηνειού ποταμού και την εναλλαγή του τοπίου που οφείλεται στα διαφορετικά είδη καλλιεργειών. Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι: οι κάτοικοι της Παλαιολιθικής εποχής στη σημερινή Θεσσαλία ζούσαν σε μια δασώδη περιοχή με πυκνή βλάστηση. Συνυπήρχαν δε, με μια ξεχωριστή πανίδα (ελέφαντες, ιπποπόταμοι, ρινόκεροι, ελάφια), την οποία συχνά συναντούσαν στις όχθες του Πηνειού.


Σε Έκθεση που τιτλοφορείται «Ο Προϊστορικός Κόσμος του Πηνειού» παρουσιάζονται τα παλαιοντολογικά ευρήματα που συγκεντρώθηκαν μετά από πολύχρονες έρευνες στην κοίτη του Πηνειού, καθώς και αναπαραστάσεις αυτών των ζώων, από την συλλογή της Ορθοπαιδικής Κλινικής του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, θα φιλοξενηθεί στο Κτήριο Κατσίρα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στη Λάρισα.  Θα διαρκέσει από τις 18 Δεκεμβρίου 2009 έως το τέλος Ιανουαρίου 2010.

Πιθανότατα η έκθεση αυτή να μη γινόταν ποτέ αν πριν από 50 χρόνια δεν είχε επισκεφθεί τη χώρα μας ένας νεαρός Γερμανός γεωλόγος, ο Ηorst Schneider. Ο Schneider ήρθε χωρίς να ξέρει ακριβώς τι έψαχνε.

Όπως διηγήθηκε, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας, αναζητούσε ''ένα ενδιαφέρον ερευνητικό πρόγραμμα,κάτι που να μην είχε ξαναγίνει. Εκείνη την εποχή εργαζόταν στην Ελλάδα μια αρχαιολογική ομάδα από το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, υπό τον καθηγητή V.Μilojcić. Η ομάδα αυτή πραγματοποιούσε ανασκαφές στις μαγούλες, επίπεδους λόφους οικισμών που χρονολογούνται από τη νεολιθική περίοδο ως την εποχή του χαλκού. Η ανασκαφή αποκάλυψε λίθινα εργαλεία, τα οποία όμως δεν εντάσσονταν στα ενδιαφέροντα της ομάδας του Μilojcić. Έτσι αναζητήθηκε ένας γεωλόγος με ενδιαφέρον στο Τεταρτογενές, προκειμένου να διερευνηθούν περαιτέρω τα ευρήματα. Αυτό έγινε το ερευνητικό πρόγραμμά μου και το καλοκαίρι του 1959 ήρθα για πρώτη φορά στη Θεσσαλία''.

Τα ευρήματα, περισσότερα από 250 εργαλεία, τα οποία εντοπίστηκαν μαζί με οστά όχι μόνο στις μαγούλες αλλά κυρίως στην κοίτη του Πηνειού, χρονολογήθηκαν από τους Γερμανούς ερευνητές και θεωρήθηκαν τυπικά της μέσης παλαιολιθικής περιόδου και του ανθρώπου του Νεάντερταλ. ''Επρόκειτο για την πρώτη φορά που τόσο πολλά παλαιολιθικά εργαλεία εντοπίζονταν στον ελλαδικό χώρο'', σημείωσε ο κ. Schneider. Ο Γερμανός γεωλόγος, ο οποίος σήμερα είναι συνταξιούχος Καθηγητής Πανεπιστημίου, ήρθε και ξαναήρθε στη Θεσσαλία: ''Κάθε χρόνο περνούσα δύο μήνες στη Θεσσαλία, προς το τέλος του καλοκαιριού και τις αρχές του φθινοπώρου. Αυτή την εποχή του χρόνου η στάθμη του Πηνειού κατεβαίνει και επιτρέπει τη γεωλογική μελέτη της κοίτης του''.



Πηνειός, ο «γλύπτης» της Θεσσαλίας
Ο Πηνειός αποκαλύπτει τα μυστικά της γεωλογικής και παλαιοντολογικής ιστορίας της Θεσσαλίας. ''Ο Πηνειός δεν αποτελεί μόνο μάρτυρα του γεωλογικού παρελθόντος της Θεσσαλίας, αλλά και κύριο παράγοντα διαμόρφωσης του θεσσαλικού αναγλύφου, τουλάχιστον από το Πλειστόκαινο και μετά, δηλαδή κατά τα τελευταία 1,8 εκατομμύρια έτη'', λέει ο κ. Α.Αθανασίου, γεωλόγος-παλαιοντολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού & Τουρισμού και επιμελητής της έκθεσης.

Πράγματι, μετά την περίοδο της αλπικής ορογένεσης (καινοζωικός αιώνας) που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των ελληνικών και σχεδόν του συνόλου των περιμεσογειακών οροσειρών, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του αναγλύφου παίζουν τα ποτάμια συστήματα, τα οποία διαβρώνουν ή εναποθέτουν ιζήματα κατά μήκος των κοιλάδων τους.
Στη Θεσσαλία ο μεγαλύτερος όγκος ιζημάτων μεταφέρεται και αποτίθεται από το ποτάμιο σύστημα του Πηνειού, ο οποίος πηγάζει από την περιοχή των Χασίων (ΒΔ της Καλαμπάκας) και, κινούμενος μαιανδρικά στις πεδινές περιοχές, εκβάλλει στο Αιγαίο, αφού πρώτα διασχίσει τη Μεσοθεσσαλική Λοφοσειρά (στενά Καλαμακίου), τον Κάτω Όλυμπο και την Όσσα (στενά Ροδιάς και Τεμπών). Στην πορεία του, μήκους άνω των 200 χιλιομέτρων, ο Πηνειός δέχεται τα νερά πολλών παραποτάμων και χειμάρρων.
''Η γεωμορφολογική δράση του ποτάμιου συστήματος του Πηνειού είναι εντελώς διαφορετική στις δύο μεγάλες θεσσαλικές λεκάνες. Στη δυτική λεκάνη ο Πηνειός και οι παραπόταμοί του συνεχίζουν να εναποθέτουν ιζήματα ως σήμερα (προερχόμενα από διάβρωση στην οροσειρά της Πίνδου). Αντίθετα, στην πεδιάδα της Λάρισας, ο Πηνειός διαβρώνει σε βάθος τις παλιές αποθέσεις του, ρέοντας σε εγκιβωτισμένη κοίτη με υψηλές απότομες όχθες. Αυτή η σε βάθος διάβρωση των παλαιότερων προσχώσεων δημιουργεί φυσικές τομές, η μελέτη των οποίων μάς δίνει πληροφορίες για το περιβάλλον της περιοχής κατά το παρελθόν'', σημειώνει ο κ. Αθανασίου.

Πού ακριβώς εντοπίζονται και τι μας λένε αυτές οι φυσικές τομές της κοίτης του ποταμού; ''Τα περισσότερα ευρήματα εντοπίστηκαν στο τμήμα της κοιλάδας δυτικά της Λάρισας και ως τα στενά του Καλαμακίου. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι μετά την πρώτη ανακάλυψη, στα τέλη της δεκαετίας του ΄50, έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές συλλογές απολιθωμάτων, ιδιαίτερα σε έτη με μεγάλη ξηρασία, όταν δηλαδή η στάθμη του ποταμού ήταν πολύ χαμηλή. Σε αυτή την περιοχή έχουν εντοπιστεί τόσο ανθρωπογενή κατάλοιπα της Μέσης Παλαιολιθικής εποχής, όσο και σκελετικά λείψανα ζώων του Ανώτερου Πλειστοκαίνου'', αναφέρει ο κ. Αθανασίου.

Τα ζωικά απολιθώματα «μιλούν» για μια πανίδα που δεν μοιάζει καθόλου με τη σημερινή: από ελέφαντες, ρινόκερους και ιπποπόταμους ως μεγάλα βοοειδή, αντιλόπες, ελάφια και ζαρκάδια, όλα αποκαλύπτουν ότι η Θεσσαλία ήταν πάντοτε ένας εύφορος τόπος, αλλά με διαφορετικό κλίμα και βλάστηση. Ας τα δούμε λεπτομερώς.

1. Ο ελέφαντας (Εlephas antiquus) αποτελεί πολύ κοινό ευρωπαϊκό είδος στο Μέσο και Ανώτερο Πλειστόκαινο (800.000 ως 20.000 χρόνια πριν) και έχει εντοπιστεί σε τουλάχιστον 20 θέσεις στον ελλαδικό χώρο. Συγγενής του σημερινού ινδικού ελέφαντα, ήταν σημαντικά μεγαλύτερος από αυτόν, καθώς ορισμένα αρσενικά άτομα μπορούσαν να φθάσουν τα 4 μέτρα ύψος και να ζυγίζουν περί τους 10 τόνους.
Θεωρείται ότι ζούσε σε ανοιχτά δάση με εύκρατο κλίμα, τα οποία θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις τροφικές ανάγκες του. Κατά τις μεσοπαγετώδεις εποχές επέκτεινε τη γεωγραφική εξάπλωσή του ως τη Βόρεια Ευρώπη, ενώ στις περιόδους των παγετώνων περιοριζόταν στις νοτιότερες εκτάσεις. Τα απολιθώματα ελεφάντων του Πηνειού είναι πολλά. Χαρακτηριστική είναι η σχεδόν πλήρης γνάθος που φέρει δύο γομφίους.

2. Ο ιπποπόταμος (Ηippopotamus sp.), ο οποίος εξαπλωνόταν ως και τη σημερινή Αγγλία, ήταν αρκετά μεγαλύτερος από τον σημερινό, με ορισμένα άτομα να ξεπερνούν σε μήκος τα 5 μέτρα και σε βάρος τους 4 τόνους (είναι χαρακτηριστικό ότι ένα τμήμα κυνόδοντα από την άνω γνάθο ιπποποτάμου που εντοπίστηκε στον Πηνειό έχει μήκος 15 εκατοστά!). Εκτός από το μέγεθος, θεωρείται ότι η μορφολογία του πλειστοκαινικού ιπποποτάμου δεν έχει αλλάξει και πολύ σε σχέση με αυτήν του σημερινού. Ηταν επίσης ημιυδρόβιος και ζούσε κοντά σε λίμνες και ποτάμια.

3. Ο ρινόκερος ανήκε μάλλον στο είδος Stephanorhinus hemitoechus, όπως προκύπτει από τη γνάθο μήκους 29 εκατοστών που εντοπίστηκε στον Πηνειό. Ήταν μάλλον μικρόσωμος, με ύψος ώμων γύρω στα 1,40-1,60 μέτρα και βάρος γύρω στον έναν τόνο. Θεωρείται ότι ζούσε σε ανοιχτές εκτάσεις και αραιά δάση.

4. Τα μεγάλα βοοειδή αντιπροσωπεύονται από το είδος Βos primigenius. Πρόκειται για ένα πολύ μεγαλόσωμο και εύρωστο είδος ταύρου με μεγάλα κέρατα που στρέφονταν προς τα μπρος και το πλάι. Το ύψος των αρσενικών στους ώμους έφθανε τα 1,65-1,85 μέτρα, αν και ορισμένα θα πρέπει να ξεπερνούσαν τα 2 μέτρα. Τα θηλυκά ήταν μικρότερα κατά 20%-25%. Το συγκεκριμένο είδος ταύρου είχε ευρεία εξάπλωση σε ολόκληρη την Ευρασία και τη Βόρεια Αμερική. Το τελευταίο άτομο του είδους αυτού πέθανε στην Πολωνία το 1627.
Πάντως από τον Βos primigenius προέρχονται όλες οι ποικιλίες οικόσιτων βοοειδών που χρησιμοποιούνται από τον άνθρωπο ως υποζύγια και για την παραγωγή κρέατος και γάλακτος ήδη από τη νεολιθική εποχή. ''Στην πρώτη ανασκαφή είχε εντοπιστεί και θραύσμα κέρατος που είχε αποδοθεί σε βούβαλο (Βubalus cf. arnee), ωστόσο η ελλιπής διατήρησή του δεν επιτρέπει τη βέβαιη απόδοσή του σε αυτό το είδος'', λέει ο κ. Αθανασίου.

5. Τα μικρά βοοειδή αντιπροσωπεύονται στην κοιλάδα του Πηνειού από τον αίγαγρο Capra ibex, ο οποίος ζει και σήμερα περιορισμένος στις Άλπεις και σε υψόμετρο άνω των 1.500 μέτρων. Τα πλειστοκαινικά άτομα του είδους ήταν λίγο μεγαλύτερα από τα σημερινά που δεν ξεπερνούν σε ύψος το 1 μέτρο (ύψος ώμων αρσενικών), ενώ το μήκος του σώματός τους φθάνει τα 1,60 μέτρα και το βάρος τους τα 100 κιλά. Τα κέρατα των αρσενικών εμφανίζουν χαρακτηριστική καμπύλωση προς τα πίσω. Λόγω της οργανικής σύστασής τους, τα κέρατα δεν απολιθώνονται. ''Αυτά που διατηρούνται ως “κέρατα” στα απολιθώματα είναι οι οστέινες αποφύσεις του κρανίου στις οποίες στηρίζονται εσωτερικά τα κέρατα και οι οποίες ονομάζονται γόμφοι κεράτων'', εξηγεί ο κ. Αθανασίου.

6. Τα άλογα που εντοπίστηκαν στην κοιλάδα του Πηνειού ανήκουν στα είδη Εquus ferus και Εquus hemitoechus, τα οποία συνυπήρξαν στην πλειστοκαινική Ευρώπη. ''Το μεγαλόσωμο Εquus ferus αποτέλεσε τον πρόγονο των σημερινών οικόσιτων ποικιλιών, ενώ το Εquus hemitoechus εξαφανίστηκε στο τέλος του Πλειστοκαίνου'', λέει ο κ. Αθανασίου.
Και προσθέτει: ''Οι ίπποι ζούσαν σε αγέλες σε ανοιχτό περιβάλλον ή σε εκτάσεις με αραιά δασοκάλυψη, τρεφόμενοι με ποώδη βλάστηση. Ειδικά το Εquus ferus αποτέλεσε για χιλιάδες χρόνια ένα από τα κύρια θηράματα του προϊστορικού ανθρώπου, ενώ η εξημέρωσή του επιχειρήθηκε πολύ αργότερα σε σχέση με άλλα οικόσιτα ζώα''.

7. Τα ελαφοειδή της κοιλάδας του Πηνειού ανήκουν τόσο στα τρία είδη που απαντούν και σήμερα στα εύκρατα δάση της Ευρώπης, δηλαδή το ελάφι, το ζαρκάδι και το πλατόνι, όσο και στο εξαφανισμένο γιγαντιαίο είδος, το Μegaloceros giganteus. Αυτό το τελευταίο αποτελεί το μεγαλύτερο ελαφοειδές που έζησε ποτέ: το ύψος στους ώμους των αρσενικών ξεπερνούσε τα 2 μέτρα, ενώ τα τεράστια παλαμοειδή κέρατά του είχαν πλάτος άνω των 3 μέτρων! Οι μελετητές εκτιμούν ότι το μέγεθος των κεράτων του υπήρξε η αιτία της εξαφάνισής του, καθώς εμπόδιζε την κίνηση ειδικά σε περιοχές με πυκνή βλάστηση.



Ηπιοι παγετώνες, Ηomo και Νεάντερταλ
Ποιά είναι λοιπόν τα συμπεράσματα που εξάγονται για την πλειστοκαινική Θεσσαλία με βάση την πανίδα της; Εκτός από τη σύσταση της πανίδας, έχει ληφθεί υπ΄ όψιν και η απόλυτη χρονολόγηση ορισμένων ιζημάτων στην κοιλάδα του Πηνειού. Σύμφωνα με τις χρονολογήσεις αυτές, τα ιζήματα στην περιοχή των στενών Καλαμακίου αποτέθηκαν πριν από περίπου 30.000-45.000 χρόνια. Η περίοδος αυτή στην οποία έζησαν τα απολιθωμένα θηλαστικά που βρέθηκαν στην κοιλάδα του Πηνειού, εμπίπτει στην τελευταία εποχή των παγετώνων, πράγμα που σημαίνει ότι το κλίμα ήταν αισθητά ψυχρότερο από το σημερινό. Ωστόσο, λόγω του σχετικά μικρού γεωγραφικού πλάτους της Θεσσαλίας, τα παγετικά φαινόμενα δεν θα πρέπει να ήταν έντονα.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι από τα απολιθώματα απουσιάζουν ζώα απόλυτα προσαρμοσμένα στο ψύχος, όπως το μαμούθ και ο τριχωτός ρινόκερος. Αντιθέτως, η πανίδα περιλαμβάνει είδη που δεν μπορούν να ζήσουν στο ψύχος, όπως ο ρινόκερος, αλλά και είδη που προτιμούν τα δάση, όπως ο ελέφαντας και τα ελαφοειδή (τα δέντρα δεν ευδοκιμούν στο ψύχος). Από το σύνολο λοιπόν της απολιθωμένης πανίδας του Πηνειού μπορούμε να πούμε ότι κατά το Ανώτερο Πλειστόκαινο, στη Θεσσαλία επικρατούσαν αραιά δάση διακοπτόμενα από χαμηλή βλάστηση, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από παλαιοβοτανικές μελέτες.

Τι μαρτυρούν όμως τα εργαλεία που βρέθηκαν εκεί για την ανθρώπινη παρουσία; Η ηλικία της απολιθωμένης πανίδας του Πηνειού συμπίπτει με μια σημαντική αλλαγή στην Ευρώπη: είναι η εποχή που ο σύγχρονος άνθρωπος (Ηomo sapiens) φτάνει εδώ, προερχόμενος από την Αφρική και πιθανότατα μέσω της Μέσης Ανατολής. Κατά την άφιξή του βρίσκει ένα παλαιότερο είδος, το οποίο κυριάρχησε στην Ευρώπη και στη Δυτική Ασία για σχεδόν 200.000 χρόνια, τον άνθρωπο του Νεάντερταλ (Ηomo neaderthalensis).
Τα δύο είδη συνυπάρχουν για διάστημα 10.000 ετών, με τους πληθυσμούς Νεάντερταλ να φθίνουν συνεχώς, ως την τελική εξαφάνισή τους πριν από περίπου 30.000 χρόνια. Η αργή εκτόπιση των Νεάντερταλ από τους σύγχρονους ανθρώπους αφήνει ανοιχτά ερωτήματα σχετικά με το ποιος κατασκεύασε τα παλαιολιθικά τέχνεργα που βρέθηκαν στα ιζήματα μαζί με τα απολιθωμένα οστά.

Απολιθωμένα Θηλαστικά στην Κοιλάδα του Πηνειού
* Ελέφαντας (Εlephas antiquus)
* Ταύρος (Βos primigenius)
* Βούβαλος (Βubalus cf. arnee)
* Αίγαγρος (Capra ibex)
* Αντιλόπη σάιγκα (Saiga tatarica)
* Ρινόκερος (Stephanorhinus hemitoechus)
* Άλογα (Εquus ferus & Εquus hemitoechus)
* Ιπποπόταμος (Ηippopotamus sp.)
* Μεγαλόκερος (Μegaloceros sp.)
* Ελάφι (Cervus sp.)
* Πλατόνι (Dama sp.)
* Ζαρκάδι (Capreolus capreolus)

Ο Προϊστορικός Κόσμος του Πηνειού
18 Δεκεμβρίου 2009 μέχρι τέλος Ιανουαρίου 2010
Aνοικτή για το κοινό (με εξαίρεση τις 25.12.2009 & 01.01.2010)

Ώρες λειτουργίας
Τρίτη-Παρασκευή 10.00-12.00 & 18.00-20.00
Σάββατο & Κυριακή 10.00-13.00


Πηγή: Το Βήμα

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Η ''Ardi'' ρίχνει φως στην ιστορία του ανθρώπινου είδους


Τελικά, από πόσο παλιά ερχόμαστε; Πόσο πίσω πρέπει να πάμε για να δούμε από που ξεκινήσαμε;
Έπειτα από 15 χρόνια προσεκτικής εξέτασης, έντεκα ερευνητικές ομάδες παρουσιάζουν στο περιοδικό Science το προφίλ του Ardipithecus ramidus, ενός πιθανού προγόνου του ανθρώπου που έζησε στην Αιθιοπία πριν από 4,4 εκατομμύρια χρόνια, δηλαδή πάνω από ένα εκατομμύριο χρόνια νωρίτερα από το διάσημο αυστραλοπίθηκο «Lucy».
Ο θηλυκός αρδιπίθηκος που ονομάστηκε χαϊδευτικά «Ardi» συναρμολογήθηκε από 125 θραύσματα οστών. Είχε ύψος 1,2 μέτρα και βάρος γύρω στα 54 κιλά.
Περπατούσε στα δύο πόδια, διατηρούσε όμως την ικανότητα να αναρριχάται στα δέντρα που κάλυπταν τότε την περιοχή του ποταμού Αουάς της Αιθιοπίας, 225 χλμ από την Αντίς Αμπέμπα και κοντά στο σημείο όπου είχε βρεθεί το 1974 η «Lucy» του είδους Australopithecus afarensis.

Το εντυπωσιακό με την «Ardi» είναι ότι τα ανατομικά χαρακτηριστικά της διαφέρουν από του χιμπατζή πολύ περισσότερο από ό,τι φαντάζονταν οι επιστήμονες, ανέφερε ο ανθρωπολόγος Σ. Όουεν Λάβτζοϊ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Κεντ στο Οχάιο.
Οι παλαιοανθρωπολόγοι εκτιμούν σήμερα ότι ο τελευταίος κοινός πρόγονος του ανθρώπου και του χιμπατζή έζησε στην Αφρική πριν από 5 με 6 εκατομμύρια χρόνια. Τα χαρακτηριστικά του Α.ramidus υποδεικνύουν τώρα ότι η γενεαλογική γραμμή του ανθρώπου εξελίχθηκε ιδιαίτερα γρήγορα μετά το διαχωρισμό της από την εξελικτική γραμμή του χιμπατζή.

«Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις στη μελέτη της ανθρώπινης εξέλιξης» σχολίασε ο Ντέιβιντ Πίλμπιμ, επιμελητής παλαιοανθρωπολογίας στο Μουσείο Αρχαιολογίας και Εθνολογίας του Χάρβαρντ, ο οποίος δεν συμμετείχε στις έρευνες.
Αν λοιπόν ευσταθούν οι εκτιμήσεις των ερευνητών, ο αρδιπίθηκος έδωσε τη θέση του στον αυστραλοπίθηκο, ο οποίος μετεξελίχθηκε  στον Homo erectus, από τον οποίο προέκυψε πριν από περίπου 200.000 χρόνια ο σύγχρονος Homo sapiens.


Πηγές: NATIONAL GEOGRAPHIC, SCIENCE MAGAZINE, in.gr
Subscribe to updates